Εκεί που πας στη λησμονιά και στο σκοτάδι,
κάνε μια στάση τη ζωή να θυμηθείς,
ψάξε μια πέτρα να την βάλεις για σημάδι
κι εκεί στον ίσκιο της γλυκά να κοιμηθείς…

 

Εκεί που πας μη μ’ αρνηθείς, μη με ξεχάσεις,
ένα φεγγίτη χτίσε να ‘χεις ουρανό,
να ονειρεύεσαι ξανθέ αποσπερίτη
ένα περβόλι κι ένα σπίτι αδειανό.

 

Εκεί που πας, να βρεις ρυάκι να καθίσεις,
φωτιά ν’ ανάψεις σαν πουλί να ζεσταθείς
κι απ’ το νανούρισμα των ήχων να μεθύσεις
κι ένα παράπονο της γης να θυμηθείς.

 

Εκεί που πας βαρύς καιρός παραμονεύει
κι έχει στον κόρφο του μαχαίρια κοφτερά,
μ’ ένα χαμόγελο πλατύ σε σαγηνεύει,
να σου ματώσει τα λευκά σου τα φτερά,…
Γιώργος Δ. Μπίμης.
Follow us: